ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΥΡΩΠΗ ΕΛΛΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΘΡΑΚΗ ΚΟΣΜΟΣ ΚΡΗΤΗ ΚΥΠΡΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Μ. ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ ΧΕΡΣ ΑΙΜΟΥ ΙΣΤ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΡΩΜΑΪΚΑ

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Μετακίνηση εγκαταστάσεων οικισμού 3700 ετών


Καινοτόμα παρέμβαση πραγματοποιήθηκε, για πρώτη φορά για τα δεδομένα της Θεσσαλίας, σε σημαντικό οικιστικό σύνολο 3.700 χρόνων, της μέσης εποχής χαλκού, (1.700 π.Χ), που αποκαλύφθηκε στην περιοχή της Κάρλας, το οποίο αποσπάστηκε από το έδαφος, μεταφέρθηκε σταδιακά, με σύγχρονα μέσα και αποτέθηκε σε παρακείμενο χώρο. Για πρώτη φορά επιχειρείται, στην περιοχή μας, η μεταφορά ενός τόσο μεγάλου ευρήματος, το οποίο καταλαμβάνει, σημειωτέον, έκταση 280 τμ περίπου. 

Πολύ σημαντικό προϊστορικό μνημείο αποτελεί το εν λόγω οικιστικό σύνολο, που εντοπίστηκε και ερευνήθηκε στη θέση
«Τσιγγενίνα» κατά μήκος του Συλλεκτήρα 6 και με απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου αποσπάστηκε τμηματικά από την θέση του, προκειμένου να μεταφερθεί σε παρακείμενο χώρο, λίγα μέτρα ανατολικότερα των αρχαιοτήτων που έχουν εντοπιστεί.

Η παρέμβαση αυτή γίνεται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο «Κατασκευή υπολειπόμενων εργασιών έργου επαναδημιουργίας λίμνης Κάρλας, Α’ Φάση» με την ολοκλήρωση της κατασκευής του Συλλεκτήρα 6 που ανήκει στην Π.Ε. Μαγνησίας και θα μεταφέρει ύδατα από τους ορεινούς όγκους της περιοχής.
Οι εργασίες, μετά τη διενέργεια πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού και την ανάδειξη της αναδόχου εταιρείας, η οποία έχει σημαντική εμπειρία σε τέτοιου είδους εργασίες, ξεκίνησαν στις αρχές του Μαΐου και αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του Ιουνίου.

Για την απόσπαση των παραπάνω κτιρίων προηγήθηκε περιμετρική εκσκαφή γύρω από τους τοίχους και κατασκευή νάρθηκα απόσπασης, ο οποίος είναι μεταλλικός και καλύφθηκε από σκυρόδεμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η άρτια μεταφορά των αρχαίων κτιρίων. Η τοιχοποιία διαχωρίστηκε σε τμήματα, όσο το δυνατό μεγαλύτερα, έτσι ώστε αφενός να είναι δυνατή και ασφαλής η απόσπασή τους, αφετέρου να προκληθούν οι λιγότερες δυνατές τομές. Οι τομές πραγματοποιήθηκαν με αδιατάρακτη κοπή έτσι ώστε να μην διακρίνονται κατά την επανατοποθέτηση των αρχαίων κτιρίων στον παρακείμενο χώρο.

Η απόσπαση από το έδαφος έγινε κατά περίπτωση με υδραυλικούς γρύλους, ενώ η ανύψωση από κατάλληλο ανυψωτικό μηχάνημα. Στη θέση όπου εναποτέθηκαν τα κτίρια, προηγήθηκε εκσκαφή κατάλληλων διαστάσεων, μέσα στην οποία θα τοποθετηθεί το εύρημα. Το βάθος εκσκαφής ήταν τέτοιο, ώστε αφενός να καλύπτεται ο νάρθηκας απόσπασης και αφετέρου να αναδεικνύεται το εύρημα.

Θα ακολουθήσουν εργασίες ανάδειξης των μνημείων, οι οποίες περιλαμβάνουν διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και της πρόσβασης, περίφραξη, αντιπλημμυρική προστασία και στέγαση των κτιρίων, καθώς και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων.
Στόχος των παραπάνω εργασιών είναι να παραμείνουν επισκέψιμα και ορατά τα μνημεία, που θεωρούνται, και είναι, πάρα πολύ σημαντικά, από κάθε άποψη.
Επιβλέπουσα αρχαιολόγος από πλευράς της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας ήταν η Καλλιόπη Αλματζή και τον τελευταίο μήνα ο Δημήτρης Αγνουσιώτης.



 Το έργο

Οι εργασίες για το έργο «Επαναδημιουργία λίμνης Κάρλας» άρχισαν την άνοιξη του 2000. Το έργο είχε ως αντικείμενό του την αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής σε συνδυασμό με τη Σήραγγα του Παγασητικού, ενώ συγχρόνως θα εξυπηρετούσε και τις αρδευτικές και υδρευτικές ανάγκες των οικισμών και αγροτικών εκτάσεων της ευρύτερης περιοχής της λίμνης Κάρλας. Προέβλεπε την κατασκευή Ταμιευτήρα 42.000 στρεμμάτων στο Ν.Α. τμήμα της πεδιάδας με την κατασκευή Αναχωμάτων, όπου εκβάλλουν οι Συλλεκτήρες των υδάτινων όγκων, που προέρχονται από τις Π.Ε. Μαγνησίας και Λάρισας, όπως και από το φράγμα του Αχελώου.

Στην περιοχή αρμοδιότητας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας προβλεπόταν η κατασκευή τριών Συλλεκτήρων. Σε έναν από αυτούς, το Συλλεκτήρα 6, και συγκεκριμένα στη θέση «Τσιγγενίνα», κατά τη διάρκεια των εκσκαφών για την κατασκευή του, αποκαλύφθηκε ένας σημαντικός οικισμός της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Δύο από αυτά τα κτίρια, τα οποία χαρακτηρίστηκαν με τις κωδικές ονομασίες Ζ-Θ από τους αρχαιολόγους, με την προσθήκη ενός ορθογώνιου περιβόλου δημιούργησαν ένα εντυπωσιακό κτιριακό σύνολο, το οποίο χρονολογήθηκε στην μετάβαση από τη Μέση στην Υστερη Εποχή του Χαλκού.



Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από το 2001 έως το 2006, με επικεφαλής τη Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, νυν διευθύντρια επί τιμή του Υπουργείου Πολιτισμού. Το 2008 μελετήθηκε το υλικό των κτιρίων Ζ-Θ από το Δημήτρη Αγνουσιώτη στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών του ΙΑΚΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ενώ το σύνολο παρουσιάστηκε στο 3ο συνέδριο για το Αρχαιολογικό Εργο Θεσσαλίας Στερεάς Ελλάδας Εύβοιας.

Για την ολοκλήρωση της κατασκευής του Συλλεκτήρα 6 έγινε τροποποίηση της αρχικής μελέτης, διότι κατά μήκος του αποκαλύφθηκαν οι παραπάνω σημαντικές αρχαιότητες, ορισμένες από τις οποίες αποφασίστηκε να καταχωθούν και κάποιες άλλες να εξαιρεθούν του έργου, προκειμένου να διατηρηθούν ως ορατά και επισκέψιμα μνημεία. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού εγκρίθηκε η διατήρηση με απόσπαση των κτιρίων Ζ και Θ του μεσοελλαδικού οικισμού στη θέση «Τσιγγενίνα» και ειδικότερα η εκτέλεση εργασιών απόσπασης, μεταφοράς και απόθεσης σε παρακείμενο χώρο, σύμφωνα με την αρχική τους διάταξη. Ο χώρος απόθεσης θα διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε μετά την απόθεση των τοιχίων, αυτά να εμφανίζουν εικόνα όμοια με την αρχική.




Σημαντικά ευρήματα

Το οικιστικό σύνολο που εντοπίστηκε σε βάθος 3 περίπου μέτρων, χρονολογείται στα 1.700-1.600 π.Χ., ανήκει στη Μέση Εποχή του Χαλκού - αρχές της ύστερης και είναι ένα πολύ ιδιαίτερο εύρημα, διότι είναι ουσιαστικά ένα σύμπλεγμα δύο κτιρίων.
Το ένα από τα δύο κτίρια εγκαταλείφθηκε σταδιακά, χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος και το δεύτερο αποτέλεσε την κύρια κατοικία των ενοίκων, οι οποίοι ασχολούνταν με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, πριν από 3.700 χρόνια περίπου.


Εντός των ευρύχωρων κτιρίων βρέθηκαν εστίες φωτιάς, πολλά αγγεία και μαγειρικά σκεύη, ενώ στο δωμάτιο που αποτελούσε το βασικό χώρο διαμονής των ενοίκων του οικιστικού συνόλου, βρέθηκαν αγγεία πόσης, πολλά κατά μήκος της βόρειας πλευράς, όπου πιθανότατα υπήρχε ένα ράφι που κατέρρευσε μετά την εγκατάλειψη του κτιρίου. Χύτρες και αγγεία που χρησίμευαν στην προετοιμασία και το μαγείρεμα της τροφής, εντοπίστηκαν κοντά στην εστία, ενώ βρέθηκαν παράλληλα και αρκετά αγγεία αποθήκευσης, όπως αμφορείς, υδρίες και δύο μεγάλα πιθάρια, τοποθετημένα δίπλα στους τοίχους του δωματίου. Επίσης βρέθηκε σχεδόν ακέραιο οξυπύθμενο αγγείο, τοποθετημένο πάνω σε μια λίθινη πλάκα, εντός του κτιρίου που χρησίμευε ως οικία.

Στην οικοσκευή, δηλαδή τον κινητό εξοπλισμό που βρέθηκε στο αρχικό στρώμα εγκατάλειψης των δύο κτιρίων, περιλαμβάνονται 30 ακέραια ή σχεδόν ακέραια αγγεία και 100 ακόμη τμήματα, που ταυτίζονται με συγκεκριμένα αγγεία, 5.000 περίπου όστρακα (τμήματα αγγείων) και 30 μικρά ευρήματα.

Το εν λόγω οικιστικό σύνολο είναι μακράν το μεγαλύτερο σε έκταση μέσα στον προϊστορικό οικισμό που εντοπίστηκε στη θέση Τσιγγενίνα, απέκτησε σταδιακά πιο σύνθετη μορφή, αφού πραγματοποιήθηκε η συνένωση δύο αρχικά ανεξάρτητων κτιρίων για την κάλυψη των αναγκών ενός νοικοκυριού, ενώ ο μεγάλος αριθμός των αγγείων που βρέθηκαν στο εσωτερικό των δύο κτιρίων, αποκαλύπτουν πολύ σημαντικά στοιχεία για τη χρήση τους, χιλιάδες χρόνια πριν. Γλ. Υδραίου, Ταχυδρόμος Μαγνησίας -www.taxydromos.gr/